Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα fairytales. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα fairytales. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Οκτωβρίου 19, 2007

Κυρά της Λίμνης

Livadia, Fountains of Krya, image by Marialena, 2007




Κυρά της Λίμνης σε ονόμαζαν


όσοι σε ήξεραν παλιά,


νεράιδα όμοια να βαδίζεις


στου ποταμού τα άκρια.




Φιγούρα ήσουν λυγερή,


κόρη του Δία εσύ εκλεκτή


που σε θνητής μητέρας σώμα


έγινες άνθρωπος.




Όμως σαν έφτασες να ζεις,


να μεγαλώνεις και να ανθείς,


μια φωτιά, μια πνοή,


μπήκε στο σώμα σου.




Έρωτα βέλη βρέθηκαν


να σου λαβώνουν τη καρδιά


και συ με χέρια ανοικτά


να ψάχνεις το Όνειρο.




Νέον που είχες στη καρδιά,


άνθρωπος να ήταν ή ψευτιά


που για χατήρι του εσύ


άφηνες τη ψυχή στη γη.




Μα ο Δίας θύμωσε πολύ,


η Κόρη του η Εκλεκτή


δεν θα εκοίταγε θνητό


όσο θα ζούσε αυτή εκεί.




Και συ Κυρά μοναδική,


πήγες ξανά πάλι εκεί


που είχες βρει τον Έρωτα


να σε λυτρώσει μοναχή.




Μα ο Θεός ο φτερωτός,


δεν ήταν πάντα εκεί παρών


και συ κοιτώντας τα νερά


πήδηξες μέσα κλαίγοντας.




Κι έγινες ξακουστή μορφή,


Κυρά της Λίμνης εσύ εκεί


καθώς η πλάση σε θρηνεί


μέσα στα άγρια ύδατα.




Marialena, 12/10/2007

Τρίτη, Ιουλίου 24, 2007

Οπτασία


Trasparenze d'alba

Στα ξέπλεκα μαλλιά σου ακούμπησα,
γυρεύοντας να βρω να ξαποστάσω
και αντίκρυσα το πιο ωραίο θέαμα
εις των ματιών σου τ' απέραντο γαλάζιο.

Θαμπώθηκα απ' το θεσπέσιο όραμα,
το κάλλος που ξεπρόβαλλε εμπρός μου,
το χέρι μου για να σε πιάσω άπλωσα
κι ας ήσουν οπτασία στ' όνειρό μου.

Μα τα μαλλιά σου με στοργή με τύλιξαν
και μ' αφήσαν να δω την ομορφιά σου,
καθώς στη μέθη της μορφής σου έμπαινα
κι έπινα σταλιά σταλιά απ' τη δροσιά σου.

Marialena, 26/06/2007

Παρασκευή, Ιουνίου 15, 2007

Κράμα

Κράμα Θεού γεννήθηκες,



πλάσμα εσύ αιθέριο



άνθρωποι σ' έφεραν στη γη,



να ζήσεις και να ανθίσεις.






Με χίλια μύρα σ' έραναν



οι όμορφες νεράιδες,



για να βαδίσεις στη ζωή



μ' ευχές προστατευμένο.






Έφτασες και μεγάλωσες



και έγινες πια μεγάλο,



πλάσμα εσύ αιθέριο



σε όλα ευλογημένο.






Κι οι Μοίρες οι προστάτιδες



πάντα κοντά σου ήταν,



για να σε παίρνουν αγκαλιά



ενώ εσύ κοιμόσουν.






Και είδες όνειρα πολλά



γεμάτα από αγάπη,



που σου φορτίσαν τη καρδιά



με όσα εσύ ποθούσες.






Και ήλθε η μέρα κάποτε



που έγιναν στ' αλήθεια,



όλα τα φτερουγίσματα



απ' τη ψυχή βγαλμένα.






Marialena, 24/05/2007 (αγγίζοντας κομμάτια της ψυχής μου...)

Τρίτη, Απριλίου 17, 2007

Πες μου Νεράιδα


Blu aurora

Νεράιδα κόρη του Βοριά,
πλάσμα παραμυθένιο


Πες μου ποιά είν' η μοίρα μου,
ποιά είναι τα γραμμένα,
για μια ταλαίπωρη ψυχή
που στέκεται εμπρός σου?

Πες μου αν θα βρω τη χαρά
ή πάντα θα πονάω,
πες το μου σε παρακαλώ
κουράγιο για να κάνω?

Πες μου Νεράιδα μου καλή,
έτσι θα ναι η ζωή μου,
να αντικρύζω όνειρα
που αλήθεια να μην είναι?

Βαρέθηκα τους φόβους μου
σε δάκρυα ποτισμένους
και τις πληγές στο σώμα μου,
που αίμα αναβλύζουν.

Πες το μου σε παρακαλώ
το πιο καλό μαντάτο,
πως θα ξυπνήσω ένα πρωί
κι όλα θα χουν αλλάξει!

(c) Marialena, 09/04/2007

Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2006

Μοίρες

Τ' αδράχτι θα αρπάξω της Κλωθούς,
τη σαϊτιά από την Ειμαρμένη,
άραγε τι να με περιμένει
καθώς του βιού μου γυρίζει ο τροχός?

Η Λάχεση ξωπίσω θα προβάλλει,
σαν το μυστήριο ολόρθο θα μου το γνέφει,
κοίταξε μπρος σου, σαν να μου λέει, στον καθρέπτη
και η απορία θα λυθεί αν το θελήσεις...

(c) Marialena, 11/11/2006

Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006

Μικρό πουλί τ' αηδόνι

Image Hosted by ImageShack.us

Σ' ένα κλαρί, ένα πουλί μονάχο κελαηδάει,
είναι πρωϊ, πολύ πρωϊ, και κείνο ξαγρυπνάει.

Σ' ένα κλαρί, μικρό πουλί, κάθεται όλη μέρα,
είναι το αηδόνι που φωνή γεμίζει τον αέρα.

Για ποιόν λαλείς αηδόνι μου, ολημερίς στον κάμπο,
πες μου το σε παρακαλώ, γιατί θε να το μάθω.

Αγάπησα με μια ματιά του βασιλιά την κόρη
κι εκείνη σαν με άκουσε έγινε ξεροβόρι.

Και γω από τότε τραγουδώ τον πόνο της καρδιάς μου,
γυρεύοντας τηνε παντού, όπου θωρεί η ματιά μου.

(c) Marialena, 20/10/2006 (εμπνευσμένη από τη λαϊκή μας παράδοση)

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2006

Νυχτερινή Οπτασία

photo by Webshots.com

Πανέμορφη Θεά, νύμφη εσύ του Απροσδιορίστου,
φανερώσου.
Βγάλε από πάνω σου το προπέτασμα της Νύχτας,
στρέψου στη Σελήνη και αποκαλύψου!

Το πως θα φαίνεσαι στα μάτια των απαίδευτων,
ίσως και να μην σ' αφορά, μην σε τρομάζει.
Φέρε εσύ κάτι απ' την ουράνια σου αύρα
και αυτή θα φέγγει σαν το διάβα σου θα πάρεις.

Αν θες να μείνεις Οπτασία, μην αλλάξεις,
μονάχα πέρασε μες τη νυχτιά απ' το δάσος.
Όλα τα πλάσματα θα στέκουνε σε αγρύπνια,
σαν τη μορφή σου θα αναμένουν να αντικρύσουν.

(c) Marialena, 06/10/2006 (καθώς η νύχτα σίμωσε ξανά...)

Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2006

Οπτασία

Image Hosted by ImageShack.us
photo by Webshots

Στην άκρη του μώλου έστεκες Πανέμορφη,
ωσάν την χρυσαλλίδα στην ανατολή
και τα μαλλιά σου ανέμιζαν ανέμελα
στο χάδι του Ανέμου.

Ο ήλιος μόλις έβγαινε στο μακρυνό ορίζοντα
δίνοντας χρώμα στη πλάση όλο τριγύρω
και σύ ατένιζες το πέλαγο,
καθώς η μέρα ξεκινούσε.

Φορούσες πέπλο διάφανο, σε αργαλιό φτιαγμένο
και ήσουνα ξυπόλητη στα ξύλα που πατούσες.
Τα χέρια είχες ανοιχτά προς τον Θεό τον ίδιο
και σε μια στάση προσευχής στεκόταν το κορμί σου.

Ακτίδα ήλιου έφτασε να σε φωτίσει ολόρθη
σαν Νύμφη μου φαινόσουνα, σαν μια οπτασία,
το σώμα σου το λυγερό καθώς φεγγοβολούσε
και έστρεφες το πρόσωπο μακριά να δει τον ήλιο.

Περπάτησες και έφτασες στην άκρη εκεί του μώλου
κοίταξες γύρω το νερό, τα ψάρια και το κύμα,
με μιας το πέπλο άφησες με κίνηση αιθέρια
και χάθηκες στη θάλασσα βουτώντας στο βυθό της...

(c) Μαριαλένα, 14/06/2006
(το 100ο ποίημα σε δύο χρόνια, γεμάτο εικόνες, χρώματα, ζωή...)

Τρίτη, Μαΐου 23, 2006

Μαινάδες

Image Hosted by ImageShack.us

Τρελλό χορό εστήσανε καταμεσίς στ' αλώνι,
οι Μαινάδες.
Πλήθος κραυγές και αλαλαγμοί έσκισαν τον αέρα,
επίκληση προς τον θεό Διόνυσο να κάνουν.

Γυμνά κορμιά λικνίζονταν καταμεσίς στ' αλώνι,
οι Μαινάδες.
Φωτιές ανάψαν με κλαδιά από τα γύρω δέντρα
και χορεύανε.

Θεέ εσύ της έκστασης, έλα στη συντροφιά μας,
έλα να το γιορτάσουμε στη φύση όλοι παρέα,
εφώναζαν στον Ουρανό στον Ολύμπο να φτάσει.

Διόνυσε ευλόγα μας με άφθονό σου οίνο
να μας ευφράνει τη καρδιά με το βαθύ του χρώμα
και μεις εδώ στις προσταγές σου θα μαστε για πάντα.

Και έτσι έστησαν χορό καταμεσίς στ' αλώνι,
οι Μαινάδες.
Και με τον Πάνα συντροφιά η έκσταση τις βρήκε,
μέχρι το δείλι που 'φτασε και σίμωσε η νύχτα...

(c) Μαριαλένα, 23/05/2006 (πλάθωντας εικόνες)

Τρίτη, Απριλίου 04, 2006

ΣΑΝ ΌΝΕΙΡΟ

Image Hosted by ImageShack.us

Άξαφνα φάνηκε εμπρός μου ο Μελχιώρ
Μάγος τρανός, απ΄της Περσίας τα παλάτια
Σήκω μου είπε, κοίταξε τον ουρανό
Και μέτρα τ’ άστρα που θα λάμπουνε στα μάτια.

Εγώ όμως τότε άλλαξα ευθύς πλευρό,
Μια παραίσθηση ήταν, τέλειωσε και πάει
Μα εκείνος έστεκε και πάλι δίπλα μου ορθός,
Με μάτια ήρεμα και με σκυφτό κεφάλι.

Σήκω μονάκριβη, στ’ αλήθεια είμαι εδώ
Τον κόσμο έξω να σου δείξω για να μάθεις,
Βγες απ’ την κλίνη σου και αντίκρισε το Φως
Κι άσε την Τύχη όπου θέλει να σε πάει.

Μάγε μου, άραγε είναι γέννημα του νου
Η οπτασία σου κρυμμένη στο σκοτάδι,
Ή μήπως μήνυμα μου φέρνεις απ’ αλλού
Της μοίρας κέλευσμα στ’ ονείρου μου το χάδι?

Ξύπνησε κόρη από του ύπνου τη στοργή
Κι ανέβα στ’ άρμα που κρατάς το χαλινάρι,
Άγριο άλογο μοιάζει να ναι η ζωή
Που συ ορίζεις κατά που θέλει να πάει.

© Μαριαλένα, 03/04/2006 (αφιερωμένο σε όλους εμάς που η ζωή μας φοβίζει...)

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 13, 2006

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΔΡΥΑΔΩΝ

Είδα σαν όραμα τις μυθικές Δρυάδες
να χορεύουν στο σεληνόφως
πατώντας ανάλαφρα στο φρέσκο χιόνι

Κοίταξα γύρω μου κι ήταν οι λευκές, ολόλευκες νιφάδες
που στροβιλίζονταν αέναα
καθώς χρωμάτιζαν τον ουρανό στο διάβα τους
και χάνονταν ξανά

Τοπίο ντυμένο στα χρώματα της νύχτας
γαλήνιος τόπος με λευκή φορεσιά
και τις Δρυάδες να χορεύουν στο σεληνόφως!

Νύμφες εσείς των Δασών, πλάσματα αιθέρια
πάρτε με μαζί σας
να γίνω φωτιά, αέρας ή νερό
κι απ' τη Γη να πετάξω ελεύθερη για πάντα,
σαν τις νιφάδες, σαν τις Δρυάδες!

(c) Marialena, 11/02/2006, (ένα βράδυ στο Δασικό Χωριό "Δρυάδες")

Παρασκευή, Νοεμβρίου 11, 2005

Οι περιπέτειες του Γατόπαρδου!

Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα δάσος κοντινό,
Σ’ ένα ξέφωτο μικρό ζούσε ο Γατόπαρδος!

Είχε νύχια κοφτερά, μια μακριά ουρά,
Δυο ματάκια αστραφτερά και γελούσε δυνατά.

Τραγουδούσε όμορφα κι έπαιζε συνέχεια,
Έτρεχε στη ρεματιά και στα γύρω τα βουνά.

Ήτανε πολύ μικρός σαν ο λύκος ο κακός
Έφτασε μες τη φωλιά κι έφαγε τ’ άλλα μικρά.

Έμεινε λοιπόν αυτός γάτος ο μοναδικός
Που μεγάλωσε σιμά συντροφιά με τα πουλιά

Έμαθε να κελαϊδά, να χορεύει, να πετά
Και πολύ πολύ μετά να ακούει τη καρδιά.

Ήταν γάτος ζωηρός ο μικρός Γατόπαρδος
Κι αποφάσισε γοργά ν’ αναζητήσει τη χαρά.

Πέταξε με τα πουλιά σε μέρη τόσο μακρινά,
Που ανθρώπου νους δε βάνει μα πέρα ως πέρα αληθινά!

Είδε πόλεις και χωριά ως της γης τα πέρατα,
Έφτασε πολύ ψηλά μα απάντηση καμιά!

Γύρισε λοιπόν ξανά στης κουφάλας τη φωλιά,
Έγειρε στη ζεστασιά και κοιμήθηκε βαθιά.

Ονειρεύτηκε λοιπόν έναν άλλον εαυτό,
Τον Γατόπαρδο αυτό κάπως διαφορετικό.

Μα δεν είχε νόημα να κοιτάζει ξέχωρα,
Γιατί μέσα εκεί βαθιά εκρυβόταν η χαρά.

Ξύπνησε το πρωινό, βγήκε έξω στο βουνό,
Κοίταξε γύρω ξανά και εμφανίστηκε η χαρά!

Χαμογέλασε με μιας στη δική του τη χαρά,
Που τον πήρε αγκαλιά και τον φίλησε γλυκά.

Και ο γάτος ο τρελός έγινε τότε σοφός
Κι ήξερε πως τώρα πια δεν φοβόταν τίποτα!

© Marialena, 11/11/2005 (γράφοντας ένα παιδικό παραμύθι για όλα τα παιδιά στην καρδιά)